Ελληνοποίηση και εξελληνισμός των Αλβανών της Ηπείρου και της Τσαμουριάς

Ελληνοποίηση και εξελληνισμός των Αλβανών της Ηπείρου και της Τσαμουριάς

Γράφει ο Πετρίτ Λατίφι

Το άρθρο παραθέτει διάφορα αποσπάσματα από ιστορικά έγγραφα που συζητούν την αλβανική κληρονομιά και ιστορία της Ηπείρου και της σύγχρονης βορειοδυτικής Ελλάδας.

Ο Πατριωτικός Σύλλογος Αρβανιτών, το 1883

«Στις 4.6.1883, εξέχοντες Αρβανίτες από διάφορα μέρη της τότε απελευθερωμένης Ελλάδας ίδρυσαν τον σύλλογο «Οι Αλβανοί Βλάμηδες» [πρώτος πρόεδρός του ήταν ο πρώτος ξάδερφος του Μάρκου Μπότσαρη], με στόχο την ομαλή ενσωμάτωση των «Αλβανών» εκτός (τότε) συνόρων.

Το ιδρυτικό κείμενο αναπτύσσει διορατική και βαθιά πολιτική σκέψη. Ο ρόλος των ευρωπαϊκών δυνάμεων στην οργάνωση της κατανομής των εδαφών που θα αφήσει πίσω της η υποχωρούσα, παρακμάζουσα Οθωμανική Αυτοκρατορία έχει γίνει κατανοητός.

Ο Χόμπχαους παρατήρησε ότι καθώς πλησίαζε στο Αργυρόκαστρο, τα ρούχα των χωρικών άλλαζαν και το φαρδύ μάλλινο φόρεμα των Ελλήνων αντικαταστάθηκε από το βαμβακερό φόρεμα των Αλβανών, ενώ πλέον χρησιμοποιούσαν περισσότερο την αλβανική γλώσσα. Ενώ στην πόλη των Ιωαννίνων οι χριστιανοί κάτοικοι μιλούσαν περισσότερα ελληνικά, στην ύπαιθρο της Ηπείρου οι περισσότεροι μιλούσαν αλβανικά, ενώ οι άνδρες μιλούσαν περισσότερο ελληνικά. (John Cam Hobhouse, “A journey through Albania and other provinces of Turkey in Europe and Asia, to Constantinople, during the years 1809 and 1810”, James Cawthorn, London 1813)

Σχετικά με το Αργυρόκαστρο, ο Χόλαντ, ο οποίος επισκέφθηκε την Αλβανία το 1812, αναφέρει ότι η πόλη είχε πληθυσμό 4.000 οικογενειών, εκ των οποίων μόνο 140 ήταν ελληνικές (Henry Holland, Travels in The Ionian Isles, Albania, Tessaly, Macedonia, etc., during the years 1812 and 1813, 1815, Longman, Hurst, Rees, Orme, and Brown: 1899, p.272). Αυτή η πληροφορία επιβεβαιώνεται από στοιχεία που δημοσιεύθηκαν το 1913 από το γενικό αρχηγείο του ελληνικού στρατού, σύμφωνα με τα οποία από τους 11.590 κατοίκους του Αργυρόκαστρο, 9.895 ήταν Αλβανοί και μόνο 1.695 ήταν Έλληνες. (R. Puax, Δυστυχισμένη Βόρεια Ήπειρος, επιμ. 1913)

Ο Χόλαντ γράφει επίσης ότι οι Χιμαριώτες ανήκουν στην αλβανική φυλή των Λιάπηδων, οι οποίοι εγκαταστάθηκαν μεταξύ Αυλώνας και Δέλβινου. Επομένως, το γεγονός ότι οι Χιμαριώτες είναι δίγλωσσοι Αλβανοί (ανεξάρτητα από το αν πολλοί από αυτούς έχουν αποκτήσει ελληνική εθνική συνείδηση) δεν αποτελεί αλβανική προπαγάνδα του Χότζα.

Σύμφωνα με τον Αθανάσιο Ψαλίδα: «Κορυτσά ή Γκιόρτζα, κωμόπολη με 800 σπίτια, μισά μουσουλμανικά και μισά χριστιανικά… όλοι οι κάτοικοι είναι Αλβανοί και δεν γνωρίζουν άλλη γλώσσα. Και η πόλη του Αργυροκάστρου… περιέχει περίπου 2500 σπίτια, από τα οποία σχεδόν τα 300 κατοικούνται από Χριστιανούς και τα υπόλοιπα από Τούρκους. Και οι Χριστιανοί και οι Τούρκοι είναι Αλβανοί». (Βλέπε Κοσμάς Θεσπρωτού και Αθανάσιος Ψαλίδας…, σελ. 14. 66), προφανώς εννοώντας με «Χριστιανούς» και «Τούρκους» Χριστιανούς και Μουσουλμάνους.

Ο αλβανικός χαρακτήρας των δύο πόλεων μαρτυρείται και από τον Παναγιώτη Αραβαντινό: «Γκιόρτζα ή Κορυτσά, πόλη της Μακεδονίας, η πόλη κατοικούνταν από 2000 οικογένειες, σχεδόν όλες αλβανικές οικογένειες…», ενώ για το Αργυρόκαστρο σημειώνει ότι «αυτή η πόλη κατοικείται ήδη από περίπου 2000 οθωμανικές οικογένειες, οι περισσότερες αλβανικής καταγωγής, πλούσιοι και επιχειρηματίες… και από 200 χριστιανούς μικροεμπόρους και τεχνίτες». (Π.Α.Π., «Χρονογραφία της Ηπείρου», Αθήνα 1856, τόμος Β, σελ. 18. 41)

Ο ίδιος ο Αραβαντινός προσθέτει αλλού για την Κορυτσά: «Ο πληθυσμός της εκείνη την εποχή ανερχόταν σε είκοσι χιλιάδες ψυχές, εκ των οποίων μόνο το 10% ομολογούσε το Ισλάμ. Οι κάτοικοί της ανήκουν κυρίως στην αλβανική φυλή, μιλούν την αλβανική γλώσσα ως μητρική τους γλώσσα, ενώ οι άνδρες γενικά γνωρίζουν και μιλούν λίγο πολύ ελληνικά». (Παναγιώτης Αραβαντινός, «Περιγραφή της Ηπείρου», ΕΠΜ, Ιωάννινα 1984, τόμος Α, σελ. 52, 114)

Ας δούμε τι λέει ο Ηλίας Δασσαρίτης: «Σε όλη την κοιλάδα της Κορυτσάς, η οποία έχει 40.000 κατοίκους, ομιλείται η αρχαϊκή αλβανική γλώσσα (της ιλλυρο-πελασγικής καταγωγής), της ινδοευρωπαϊκής γλωσσικής οικογένειας, όπως και στα περισσότερα μέρη της Ηπείρου, όπου σύμφωνα με τον Στράβωνα «η φυλή των Ηπειρωτών είναι πάντα δίγλωσση»…» («Περί Κοριτσιού» του Ηλία Δασσαρίτη, στο «Δελτίο της Ιστορικής και Εθνολογικής Εταιρείας της Ελλάδος», τόμος 5, Αθήνα: Από το Τυπογραφείο Αδελφών Περρή, 1900, σελ. 135)

Η Κορυτσά ήταν επομένως μια πόλη με κυρίως αλβανικό πληθυσμό. Σύμφωνα με βρετανικό υπόμνημα της 28/1/1919, η Κορυτσά θεωρούνταν κυρίως αλβανική. (Ν. Πετσάλης-Διομήδης, Η Ελλάδα στη Διάσκεψη Ειρήνης των Παρισίων (1919), Θεσσαλονίκη 1978)

Η ελληνική προπαγάνδα εκμεταλλεύτηκε το γεγονός ότι οι κάτοικοι της Κορυτσάς ήταν ως επί το πλείστον ορθόδοξοι χριστιανοί, μερικοί από τους οποίους ήταν Βλάχοι. Το 1923, η επιτροπή της Κοινωνίας των Εθνών σημείωσε: «Στην Κορυτσά ουσιαστικά δεν υπάρχει ελληνόφωνος πληθυσμός και όταν ο Κλεμανσώ είπε το 1913 ότι η πλειοψηφία του πληθυσμού εκεί ήταν Έλληνες, αυτή η άποψη, η οποία δεν συνάδει με τα γεγονότα, αντικατοπτρίζει τη σύγχυση μεταξύ θρησκείας και εθνολογικής κατάστασης. Αυτή η σύγχυση ήταν πολύ συχνή στη συζήτηση για τα βαλκανικά ζητήματα, σύμφωνα με τα οποία η ορθόδοξη θρησκεία ταυτιζόταν με την ελληνική εθνικότητα». (Η Ελληνική Μειονότητα της Αλβανίας, επιμ. Κριτική, Αθήνα, 2003, σελ. 28)

Ο Βρετανός συγγραφέας, δάσκαλος και εξερευνητής, Χένρι Φάνσοου Τόζερ (1829-1916), επισκέφθηκε την Αλβανία το 1865. Γράφει για το Αργυρόκαστρο ότι: «Η πόλη κατοικείται ουσιαστικά από Αλβανούς και οι Έλληνες που βρίσκονται εκεί θεωρούνται ξένοι. Οι γυναίκες εδώ φορούν ένα λευκό πέπλο ή πετσέτα, τυλιγμένο γύρω από το κεφάλι και κρεμασμένο ανάποδα», ενώ νότια του Αργυρόκαστρο, όπως γράφει, υπάρχουν ελληνικά χωριά. (Χένρι Φάνσοου Τόζερ, Έρευνες στα Υψίπεδα της Τουρκίας, συμπεριλαμβανομένων επισκέψεων στα Όρη Ίδη, Άθως, Όλυμπο και Πήλιο, στους Αλβανούς της Μιρδίτης και σε άλλες απομακρυσμένες φυλές, (Λονδίνο: John Murray 1869), Τόμος 1, Κεφάλαιο X, σελ. 218-233;)

Στις αρχές του 19ου αιώνα και αργότερα, Βρετανοί, Γάλλοι και Αυστριακοί ταξιδιώτες που επισκέπτονταν τη Λουντζερία (μια περιοχή βόρεια του Αργυροκάστρου, γνωστή και ως «Λιντζουρία»), οι περισσότεροι από τους οποίους ερχόντουσαν μέσω Ιωαννίνων, περιέγραφαν τους Λουντζεριώτες ως Ορθόδοξους Χριστιανούς που μιλούσαν αλβανικά και είχαν την αίσθηση ότι, ξεκινώντας από το Δελβινάκι, έμπαιναν σε μια άλλη χώρα. Τα ελληνικά δεν ομιλούνταν όπως στις πιο νότιες περιοχές, ενώ υπήρχαν και διαφορές στον τρόπο ζωής και τα έθιμα των κατοίκων του χωριού.

«Τα χωριά της Λιντζουρίας είναι Αλβανοί Χριστιανοί, ομοίως όλο το Ζαγόριο είναι Χριστιανοί Αλβανοί, ξεκινώντας από το Σεπερίν, το μεγαλύτερο από τα χωριά του. Η Ρίζα περιλαμβάνει τα χωριά Πέστανι, Κόδρα, Λέκλι, Λάμποβον, Χόρμοβο, Ιρέντι και ούτω καθεξής, Αλβανοί Χριστιανοί, γενναίοι στους πολέμους.» (Αθανασίου Ψαλίδα (και Κοσμάς Θεσπρωτού), «Γεωγραφία της Αλβανίας και της Ηπείρου, από αδημοσίευτο χειρόγραφο του Κοσμά Θεσπρωτού, με τοπογραφικά σχέδια και γεωγραφικούς χάρτες του ίδιου», πρόλογοι και σημειώσεις του Αθαν. Χ. Παπαχαρίση, Ιωάννινα 1964, σελ. 65;)

Ο Χόμπχαους, ο οποίος το 1813 επισκέφθηκε το χωριό Κεστοράτ στη Λουντζερία, γράφει: «Σε αυτό το μέρος όλα ήταν διαφορετικά από ό,τι ήταν στα ελληνικά χωριά. Ήμασταν αποδέκτες ιδιαίτερης προσοχής και καλοσύνης από το άτομο που μας φιλοξένησε, αλλά δεν είδα τίποτα στο πρόσωπό του (αν και ήταν Χριστιανός) από το τρεμάμενο, μελαγχολικό, ντροπαλό βλέμμα των Ελλήνων χωρικών».

Το αγροτόσπιτό του ήταν άψογα σοβατισμένο και ασβεστωμένο, και είχε έναν στάβλο και μια μικρή αποθήκη στο ισόγειο, και δύο υπνοδωμάτια στον επάνω όροφο, σε ελαφρώς διαφορετικό στυλ από αυτό που είχαμε δει στην κάτω Αλβανία. Σίγουρα θα μπορούσε να περιγραφεί ως άνετο, και εδώ περάσαμε την καλύτερη νύχτα μας από τότε που ήρθαμε από τα Ιωάννινα.» (John Cam Hobhouse, «Ένα ταξίδι μέσω της Αλβανίας και άλλων επαρχιών της Τουρκίας στην Ευρώπη και την Ασία, στην Κωνσταντινούπολη, κατά τα έτη 1809 και 1810», James Cawthorn, Λονδίνο 1813)

Από την άλλη πλευρά, οθωμανικές πηγές και αναφορές ταξιδιωτών δείχνουν ότι στις αρχές του 19ου αιώνα η κοιλάδα του Δρίνου, γνωστή και ως πεδιάδα της Δρόπολης, η οποία είναι μία από τις δύο κύριες περιοχές όπου κατοικεί σήμερα ένα ποσοστό της ελληνικής μειονότητας, ήταν σε μεγάλο βαθμό αλβανική περιοχή.

Ο Γάλλος διπλωμάτης και φιλόλογος Ωγκύστ Ντοζόν (1822-1890) διετέλεσε Γάλλος Πρόξενος στο Βελιγράδι (1854-1863), στο Μόσταρ (1863-1865, 1875-1878), στη Φιλιππούπολη (1865-1869), στα Ιωάννινα (1869-1875), στην Κύπρο (1878-1881) και στη Θεσσαλονίκη (1881-1885). Ενδιαφέρθηκε ιδιαίτερα για την αλβανική γλώσσα, την οποία άρχισε να μαθαίνει στα Ιωάννινα, αφού γνώρισε τον Γιόχαν Γκέοργκ φον Χαν και νεαρούς Αλβανούς φοιτητές, στην πρώην πρωτεύουσα της Αλβανίας (όπως ονόμαζε τα Ιωάννινα).

Το αποτέλεσμα της έρευνάς του στην αλβανική γλώσσα και τη λαϊκή παράδοση, ιδίως στην προφορική αλβανική λογοτεχνία, καταγράφεται στα βιβλία του «Manuel de la langue chkipe ou albanaise» [Εγχειρίδιο της αλβανικής γλώσσας], που εκδόθηκε στο Παρίσι το 1879, και «Contes albanais, recueillis et traduits» [Αλβανικά λαϊκά παραμύθια, συγκεντρωμένα και μεταφρασμένα], που εκδόθηκε στο Παρίσι το 1881.

Για το Λεσκοβίκι λέει: «Οι Μουσουλμάνοι που αποτελούν περισσότερο από τα 5/6 του πληθυσμού του Λεσκοβικίου, σχεδόν όλοι αυτοαποκαλούνται μπέηδες… Κάποτε θεωρούνταν πολύ φανατικοί και μόλις πριν από 7 ή 8 χρόνια επέτρεψαν την κατασκευή μιας εκκλησίας. Η αίρεση των Μπεκτασήδων έχει εξαπλωθεί ανάμεσά τους και ο αριθμός των οπαδών της έχει αυξηθεί σε 60 μέσα σε λίγα χρόνια… Κανένας από τους άνδρες δεν φεύγει από το σπίτι του χωρίς μια ομάδα ένοπλων σωματοφυλάκων, ένα συνηθισμένο φαινόμενο στις αλβανικές περιοχές όπου οι αιματηρές βεντέτες είναι αρκετά διαδεδομένες».

Ενώ για την Κορυτσά λέει: «Λιγότεροι από το 1/6 του πληθυσμού είναι Μουσουλμάνοι. Αποτελούν περίπου 200 από τα 1.500 σπίτια συνολικά. Υπάρχουν μόνο 2 τζαμιά, το ένα εκ των οποίων είναι πολύ μικρό… Οι Χριστιανοί της Κορυτσάς είναι άξιοι θαυμασμού για τις θυσίες που έχουν κάνει για να εκπαιδεύσουν τους νέους και να βοηθήσουν τους φτωχούς, επειδή, όπως και οι κάτοικοι (όλων των θρησκειών) άλλων τουρκικών πόλεων, υπόκεινται στους φόρους που τους επιβάλλει κατά καιρούς η κυβέρνηση και οι αξιωματούχοι της, και από τους οποίους δεν μπορούν να ξεφύγουν χωρίς να κερδίσουν την αποδοκιμασία των αρχών…»

Ο πληθυσμός αυτής της περιοχής, Μουσουλμάνοι και Χριστιανοί, είναι σχεδόν εξ ολοκλήρου αλβανικός… Στην περιοχή της Κορυτσάς, υπάρχουν μόνο δύο μικρά βουλγαρικά χωριά και ένας χειμερινός οικισμός Βλάχων.» (Auguste Dozon, Εκδρομή στην Αλβανία, (έκθεση που στάλθηκε στο Γαλλικό Υπουργείο Εξωτερικών, Τμήμα Προξενικών και Εμπορικών Υποθέσεων, στο Παρίσι), που δημοσιεύτηκε στο Bulletin de la Société de Géographie, Παρίσι, Ιούνιος 1875 – Μετάφραση από τα γαλλικά από τον Robert Elsie.

«…Οι Ορθόδοξοι Χριστιανοί στον αλβανικό νότο, οι οποίοι, μέσω της ελληνικής παιδείας και της επιρροής της Ορθόδοξης Εκκλησίας, είχαν αποκτήσει ελληνική συνείδηση ​​και πολλοί από αυτούς έγιναν πρωτοπόροι στην ενίσχυση του ελληνικού πολιτισμού και ωφέλησαν επίσης το ελληνικό κράτος με διάφορους τρόπους.

Η επιρροή του Ελληνισμού στους Αλβανούς Ορθόδοξους ήταν τέτοια που, όταν αναπτύχθηκε η αλβανική εθνική ιδέα, τις τελευταίες τρεις δεκαετίες του 19ου αιώνα, ήταν πολύ μπερδεμένοι ως προς την εθνική τους ταυτότητα. Συνεπώς, παρατηρούμε το φαινόμενο πρωταγωνιστές των δύο εθνικών κινημάτων να προέρχονται από το ίδιο χωριό. Για παράδειγμα, το χωριό Κεστοράτ στο Αργυρόκαστρο ήταν η γενέτειρα του γνωστού ευεργέτη Κριστάκ Ζωγράφι (1820-1896) και του γιου του Γεωργίου, Υπουργού Εξωτερικών της Ελλάδας, ηγετικής φυσιογνωμίας του ελληνικού εθνικού κινήματος και του πρώτου γενικού κυβερνήτη της Ηπείρου μετά την απελευθέρωσή της το 1913. Το ίδιο χωριό ήταν επίσης η γενέτειρα της ηγετικής φυσιογνωμίας του αλβανικού εθνικού κινήματος Παντελή Σωτήρη, ο οποίος ήταν μαθητής του Έλληνα δασκάλου Κότο Χότζι.

Ο Χότζι δίδασκε κρυφά την αλβανική γλώσσα στους μαθητές του, γι’ αυτό και συγκρούστηκε με το ελληνικό προξενείο στα Ιωάννινα, όπου είχε υποβάλει ένα ατυχές αίτημα για την ίδρυση αλβανικού σχολείου. Αφορίστηκε από τον Επίσκοπο Αργυροκάστρου.

Επιπλέον, εκτός από τον Σωτήρη, η σχολή Qestorat ανέδειξε έναν ακόμη σημαντικό εκπρόσωπο του αλβανικού εθνικού κινήματος, τον Πέτρο Νίνι Λουαράσι… Πιστεύω ότι θα μπορούσε κανείς να φανταστεί, έχοντας κατά νου τις αναλογίες, πώς αυτοί οι νεαροί Αλβανοί θα μπορούσαν να βρίσκονταν τον 19ο αιώνα στα χωριά τους, φοιτώντας σε ελληνικά σχολεία αρχικά στα χωριά τους και αργότερα στη Ζωσιμαία Σχολή στα Ιωάννινα, και επηρεασμένοι έτσι από τον ελληνικό πολιτισμό, γεγονός που, σε συνδυασμό με την χριστιανική ορθόδοξη πολιτιστική παράδοση με την οποία μεγάλωσαν στην πατρίδα τους, τους οδήγησε στον εξελληνισμό…” (Βασίλης Νιτσιάκος, Στα Σύνορα: Διασυνοριακή Κινητικότητα, Εθνοτικές Ομάδες και Σύνορα στα Αλβανο-ελληνικά σύνορα, LIT Verlag Münster, Βερολίνο 2010, σελ. 153-154)

Ας δούμε τώρα ένα παράδειγμα του εξελληνισμού της Ηπείρου (και όχι μόνο) και των Αλβανών, από το Λούντζιρι, μέσω της εκκλησίας αυτή τη φορά.

«Είναι επίσης πολύ γνωστό, σε αυτό το μέρος των Βαλκανίων, και κατά την Οθωμανική εποχή, ότι τα εθνωνύμια «Έλληνας» και «Χριστιανός Ορθόδοξος» ήταν σχεδόν συνώνυμα, έτσι ώστε ήταν δύσκολο να είσαι Χριστιανός και να πεις ότι δεν είσαι Έλληνας.»

Το Λούντζερι αποτελεί την επιτομή αυτής της αμφισημίας ή αντίθεσης. Στις αρχές του 19ου αιώνα και αργότερα, Βρετανοί, Γάλλοι και Αυστριακοί ταξιδιώτες που επισκέπτονταν τη Λούντζερια, οι περισσότεροι από τους οποίους ερχόντουσαν μέσω Ιωαννίνων, περιέγραφαν τους Λούντζεριώτες ως Ορθόδοξους Χριστιανούς που μιλούσαν αλβανικά και είχαν την αίσθηση ότι, ξεκινώντας από το Δελβινάκι, εισέρχονταν σε μια άλλη χώρα, παρόλο που εκείνη την εποχή δεν υπήρχαν πολιτικά σύνορα.

Δεν μιλούσαν ελληνικά, όπως μιλούσαν νοτιότερα, υπήρξε μια αλλαγή στον τρόπο ζωής και τα έθιμα των χωρικών… Τα ελληνικά, ωστόσο, χρησιμοποιούνταν στις εκκλησιαστικές λειτουργίες σε όλη τη Λούντζερια, και οι ηλικιωμένες γυναίκες από το χωριό Κέλλεζ έλεγαν ότι «εμείς οι γυναίκες δεν καταλαβαίναμε τι έλεγε ο ιερέας». Λέγεται επίσης ότι οι νεαροί άνδρες που έφυγαν από το Λούντζερι στο δρόμο του κουρμπέτι (εξορίας) προς την Κωνσταντινούπολη, μιλούσαν μόνο αλβανικά και έμαθαν ελληνικά και τουρκικά στην Κωνσταντινούπολη. (Gilles De Rapper, Better than Muslims, not as as good as Greeks: Emigration as experienced and imaginated by the Alban Christians of Λούντζερι, Sussex Academic Press, 2005, σ.10-11)

Αυτή ήταν η σφιχτή αγκαλιά από την Ελληνορθόδοξη Εκκλησία. Αξίζει να αναφερθεί ότι όταν στη Βοστώνη των ΗΠΑ, ένας Ορθόδοξος Χριστιανός Αλβανός, ο Κριστάκ Ντίσνιτσα, μέλος της αλβανικής κοινότητας του Χάντσον της Μασαχουσέτης, πέθανε από σοβαρή γρίπη, ένας Ελληνορθόδοξος ιερέας εκεί αρνήθηκε να ψάλλει την νεκρώσιμη ακολουθία. Ο λόγος ήταν ότι ο Ντίσνιτσα ήταν μεταξύ εκείνων που απαίτησαν να τελούνται οι εκκλησιαστικές λειτουργίες για τους Χριστιανούς Αλβανούς στην αλβανική γλώσσα. (Constance J. Tarasar, Orthodox America, 1794-1976: development of the Orthodox Church in America, Bavarian State Library, (1975), σ. 309)

Τότε ο Φαν Νόλι και μια ομάδα Αλβανών πατριωτών δημιούργησαν την ανεξάρτητη Ορθόδοξη Εκκλησία της Αλβανίας στη Νέα Αγγλία. Ο Νόλι, γεννημένος στα αλβανικά χωριά της Ανατολικής Θράκης και πρώτος ιερέας αυτής της εκκλησίας, συγγραφέας, ποιητής, ιστορικός, μουσικολόγος, συνθέτης, άριστος μεταφραστής κλασικών έργων (Σαίξπηρ, Ομάρ Καγιάμ κ.λπ.), μια προσωπικότητα με παγκόσμια αναγνώριση, το έργο της οποίας προσέλκυσε τον θαυμασμό των Μπέρναρντ Σω, Τόμας Μαν, Σιμπέλιους και άλλων, γνώστης δέκα γλωσσών, χειροτονήθηκε ιερέας το 1908 από τον Ρώσο Ορθόδοξο επίσκοπο Αλάσκας στις ΗΠΑ.

Έτσι, η πρώτη ορθόδοξη λειτουργία στην αλβανική γλώσσα πραγματοποιήθηκε στη Βοστώνη στις 22 Μαρτίου 1908. Το 1921-22, μέσω μιας κληρικολαϊκής διάσκεψης, ο Νόλι ανακήρυξε την Αλβανική Ορθόδοξη Εκκλησία αυτοκέφαλη και τοποθετήθηκε επικεφαλής της το 1923 ως Μητροπολίτης Δυρραχίου. (Stavro Skendi, The Albanian National Awakening 1878-1912, Princeton 1967, σελ. 162-163)

Σημειώνεται ότι το πατριαρχείο καθαίρεσε τους συμπρωταγωνιστές της ανεξαρτησίας της Ορθόδοξης Εκκλησίας της Αλβανίας, Μητροπολίτη Βελιγραδίου (Μπεράτ) Βησσαρίωνα Τζιοβάνι και Ιερέα Ατ Βασίλη Μάρκου, τους οποίους αργότερα επανέφερε. Ωστόσο, ακόμη και μετά το 1990 και ενώ υπήρχαν αξιόλογοι Αλβανοί Ορθόδοξοι ιερείς στην Αμερική, ο αρχικά έξαρχος του Πατριαρχείου και στη συνέχεια Αρχιεπίσκοπος της Ορθόδοξης Εκκλησίας της Αλβανίας, Αναστάσιος, διόρισε Έλληνες επισκόπους και ιερείς, προκαλώντας αντιδράσεις.

Ταυτόχρονα, η πολύ μικρότερη Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία της Αλβανίας είχε αρχικά έναν Ινδό νούντσιο και από το 1992-93 έναν Αλβανό προκαθήμενο από τη Μίρντιτα (μια περιοχή της βόρειας Αλβανίας που κατοικείται από Καθολικούς Χριστιανούς) και 4 Αλβανούς ή Αλβανικής καταγωγής επισκόπους, ακόμη και για τη μικρή Ουνιτική επισκοπή του Νότου (που δημιουργήθηκε το 1660 όταν ο Ορθόδοξος επίσκοπος προσχώρησε στην Ουνιτική, ενώ πάνω από 3.000 πιστοί παραμένουν μέχρι σήμερα). Μετά το 1998, Αλβανοί επίσκοποι διορίστηκαν τελικά στην Αλβανική Ορθόδοξη Εκκλησία.

Σχετικά με τους Αλβανούς μετανάστες στις ΗΠΑ που είχαν ενταχθεί στο αλβανικό εθνικό κίνημα, ο πρόξενος του Μοναστηρίου υποστήριξε το 1909: «Η Αμερική θα πρέπει επίσης να τραβήξει την προσοχή μας, όπου ο αλβανισμός των Ορθοδόξων δυστυχώς έχει σημειώσει μεγάλη πρόοδο…» (AYE, 1909, I’, αρ. 517, Προξενείο Μοναστηρίου προς Υπουργείο Εξωτερικών, Μοναστήρι, 25 Ιουνίου 1909)

Συνεπώς, ο αλβανισμός προχώρησε δυστυχώς σύμφωνα με τον Έλληνα πρόξενο, ακριβώς επειδή ο στόχος της Ελλάδας ήταν η αφομοίωση και ο εξελληνισμός κάθε Ορθόδοξου Χριστιανού, ανεξάρτητα από την πραγματική του καταγωγή. Οι Ορθόδοξοι ιερείς υποστήριξαν με τον δικό τους τρόπο, όπως είδαμε, τις επιδιώξεις της ελληνικής κυβέρνησης και ήταν αντίθετοι στην ίδρυση αλβανικών σχολείων και στην εισαγωγή της αλβανικής γλώσσας στις θρησκευτικές λειτουργίες της εκκλησίας.

Ήδη από το 1892, ο Μητροπολίτης Καστοριάς Φιλάρετος, απευθυνόμενος σε τμήματα του πληθυσμού της πνευματικής του περιοχής, κάλεσε τους πιστούς να αντιταχθούν στην προσπάθεια ίδρυσης αλβανικών σχολείων, η οποία βρισκόταν τότε σε εξέλιξη, φτάνοντας στο σημείο να ισχυριστεί ότι η αλβανική γλώσσα ουσιαστικά δεν υπήρχε. (Stavro Skendi, The Albanian National Awakening 1878-1912, Princeton 1967, σελ. 137-138.)

Αξίζει να αναφερθεί εδώ ότι η Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία επέτρεψε στους Άρμπερες της Καλαβρίας να χρησιμοποιούν την αλβανική γλώσσα κατά τη διάρκεια της λειτουργίας τους και των εκκλησιαστικών λειτουργιών στην ορθόδοξη λειτουργία.

Η αλβανική εφημερίδα «Drita» που εκδίδεται στη Σόφια έγραψε για τον Μητροπολίτη Κορυτσάς Φώτιο:

«Ο Αρχιερέας μας είναι ευσεβής, αλλά και τέλειος Ιησουίτης, νηστεύει πάντα αλλά και κινεί κάθε κακόβουλο κίνητρο εναντίον μας, των άτυχων Αλβανών, για να ματαιώσει κάθε εθνικό μας στόχο, για να μας προσηλυτίσει στην ελληνική ιδέα, φροντίζοντας με κολασμένα μέσα να κλείσει τα αλβανικά μας σχολεία, ώστε να διεξάγονται έρευνες σε κάθε Αλβανό, αδιαφορώντας για την περαιτέρω μοίρα μας και περιορίζοντάς μας με πρόστιμα και κατάρες και αφορισμούς να μην μιλάμε τη μητρική μας γλώσσα ούτε στον δρόμο, ούτε σε κοινωνικές συγκεντρώσεις, ούτε καν στα ίδια μας τα σπίτια! Μια παράλογη απαίτηση και μια τολμηρή αξίωση! Με άλλα λόγια, να επιβάλλετε ακόμη και στους ηλικιωμένους γονείς μας, στους παππούδες μας και στους υπόλοιπους ηλικιωμένους συγγενείς μας να συνομιλούν μαζί μας στα ελληνικά! … Αλλά με περισσότερο δίκιο, Σεβασμιότατε; Τι είστε εσείς που μας επιβάλλετε με αυτόν τον τρόπο; Δεν είστε κληρικός, μισθωτός εργάτης για τα χριστιανικά μας καθήκοντα; … Αν τολμήσουμε να κατηγορήσουμε τη γλώσσα και την εθνικότητά σας, θα μας μισήσετε; Φυσικά. Τότε με ποιο δικαίωμα κατηγορείτε και διώκετε τη γλώσσα και την εθνικότητά μας;»

– (Εφημερίδα Ντρίτα, τεύχος 74, AYE (Αρχείο Υπουργείου Εξωτερικών) 1906, 64. 3)

Η αγκαλιά των Αλβανών από την Ελληνορθόδοξη Εκκλησία συνεχίζεται με κάποιο τρόπο ακόμη και σήμερα. Με πρωτοβουλία της Ορθόδοξης Εκκλησίας της Αλβανίας και με την υποστήριξη του Ιδρύματος «Πνοή Αγάπης» της Εκκλησίας της Αλβανίας, λειτουργεί στο Αργυρόκαστρο ένα δίγλωσσο ιδιωτικό οκτατάξιο Δημοτικό Σχολείο, καθώς και άλλα δίγλωσσα δημοτικά και γυμνάσια (Νηπιαγωγεία, τετρατάξιο Ενιαίο Εκκλησιαστικό Λύκειο, Τεχνικό Λύκειο και Ινστιτούτο Επαγγελματικής Κατάρτισης). Επίσης, λειτουργούν δίγλωσσα ιδιωτικά σχολεία στην Κορυτσά (Ομίρ), στα Τίρανα (Αρσάκειο) και στη Χειμάρρα, όπου τα παιδιά διδάσκονται ελληνική ιστορία, ελληνικές εθνικές εορτές, τον ελληνικό εθνικό ύμνο κ.λπ. Σε αυτά τα σχολεία φοιτούν όχι μόνο τα παιδιά των Ελλήνων της Αλβανίας, αλλά και Αλβανοί μαθητές.

Ο Σουλιώτης Κουτσονίκας, αγωνιστής το 1821, αναφέρει για τις περιοχές Λιαπουριάς, Τιράνων και άλλων αλβανικών περιοχών ότι σε αυτές «ομιλείται η αλβανική γλώσσα», κάτι που είναι γνωστό μέχρι σήμερα, ενώ για την Τσαμουριά αναφέρει ότι «ομιλείται κυρίως η αλβανική γλώσσα», που σημαίνει ότι ομιλούνταν και η ελληνική γλώσσα [σε μικρότερο βαθμό].

Ο Voldkampf αναφέρει επίσης «Οι Τσάμηδες, άνδρες και γυναίκες, εκτός από την αλβανική, εκφράζονται με ΑΝΕΣΗ και σε απλά ελληνικά». Εδώ ο Voldkampf αναφέρει επίσης ότι οι άνδρες και οι γυναίκες στη Χαμουριά μιλούν επίσης απλά ελληνικά και μάλιστα με άνεση.

Ο Αραβαντινός, αγωνιστής του 1821, αναφερόμενος στις γλώσσες που ομιλούνταν σε κάθε περιοχή της Ηπείρου και της Αλβανίας, αναφέρει για όλα τα χωριά της Τσαμουριάς ότι μιλούσαν αλβανικά και ελληνικά, δηλαδή κυρίως αλβανικά και δευτερευόντως ελληνικά στα περισσότερα από αυτά και δίγλωσσα σε κάποια από αυτά, σε αντίθεση με βορειότερες αλβανικές περιοχές, π.χ. Λαμπερία, όπου αναφέρει ότι στα χωριά της περιοχής ομιλούνταν μόνο αλβανικά.

Ενώ ο Μπαλτσιώτης, παρά τις υπερβολές του σχετικά με την επέκταση της αλβανικής γλώσσας, αναφέρει, μεταξύ άλλων, την Τσαμουριά. «Παρόλο που η γλώσσα-όχημα της περιοχής ήταν η αλβανική, πολύ υψηλότερη θέση αποδιδόταν στην ελληνική γλώσσα, ακόμη και μεταξύ των ίδιων των μουσουλμάνων». Δηλαδή, στην λεγόμενη Τσαμουριά, από τους Φιλιάτες στα βόρεια μέχρι τα περίχωρα του Μαργαριτίου στα νότια, ακόμη και οι μουσουλμάνοι της περιοχής μιλούσαν ελληνικά.

Ο Περαιβός αναφέρει τους ίδιους, μεταξύ άλλων, τους Μουσουλμάνους της Τσαμουριάς:

«…αν και μιλούν την αλβανική διάλεκτο, όπως φυσικά αλλά και κατά τα απλά ελληνικά, τόσο οι άνδρες όσο και οι γυναίκες εκφράζονται σωστά, ειδικά όσοι ζουν γύρω από την Παραμυθιά.»

Βλέπουμε ότι αναφέρει ότι όλοι οι Τσαμούροι, άνδρες και γυναίκες, μιλούσαν απλά ελληνικά, αλλά ιδιαίτερα οι Μουσουλμάνοι της Παραμυθιάς και των κοντινών χωριών μιλούσαν «σωστά», άνδρες και γυναίκες, απλά ελληνικά.

Ενώ ο Ηπειρώτης Χριστοβασίλης σημείωσε στο έργο του πριν από έναν αιώνα ότι πολλοί Μουσουλμάνοι της Τσαμουριάς μιλούσαν και ελληνικά, ο William Eaton αναφέρει, μεταξύ άλλων:

«Οι μουσουλμάνοι κάτοικοι της Παραμυθιάς και της επαρχίας της είχαν την ελληνική ως μητρική τους γλώσσα…» Έτσι, αναφέρει επίσης ότι οι μουσουλμάνοι της επαρχίας Παραμυθιάς, δηλαδή της ανατολικής Τσαμουριάς, ήταν τουλάχιστον δίγλωσσοι, δηλαδή είχαν και αυτοί την ελληνική ως μητρική τους γλώσσα.

Ο Άγγλος Γούντχαουζ της συμμαχικής αποστολής που έζησε στη δυτική Ήπειρο κατά την κατοχή του 1941-44 αναφέρει, μεταξύ άλλων, τους Αλβανούς Τσάμηδες στο βιβλίο του «Το μήλο της έριδος»: «Οι Τσάμηδες είναι φυλετικά, εν μέρει Αλβανοί, εν μέρει Έλληνες και εν μέρει Τούρκοι».

Ο Βρετανός συγγραφέας, δάσκαλος και εξερευνητής Χένρι Φάνσοου Τόζερ (1829-1916) επισκέφθηκε την Αλβανία το 1865. Γράφει για το Αργυρόκαστρο ότι:

«Η πόλη κατοικείται ουσιαστικά από Αλβανούς και οι Έλληνες που βρίσκονται εκεί θεωρούνται ξένοι. Οι γυναίκες εδώ φορούν ένα λευκό πέπλο ή πετσέτα, τυλιγμένο γύρω από το κεφάλι και κρεμασμένο προς τα πίσω», ενώ νότια του Αργυροκάστρου, όπως γράφει, υπάρχουν ελληνικά χωριά. (Henry Fanshawe Tozer, Researches in the Highlands of Turkey, Including Visits to Mounts Ida, Athos, Olympus, and Pelion, to the Mirdite Albanias, and Other Remote Tribes, (Λονδίνο: John Murray 1869), Τόμος 1, Κεφάλαιο X, σελ. 218-233;)

Στις αρχές του 19ου αιώνα και αργότερα, Βρετανοί, Γάλλοι και Αυστριακοί ταξιδιώτες που επισκέπτονταν τη Λουντζερία (μια περιοχή βόρεια του Αργυροκάστρου, γνωστή και ως «Λιντζουρία»), οι περισσότεροι από τους οποίους ερχόντουσαν μέσω Ιωαννίνων, περιέγραφαν τους Λουντζεριώτες ως Ορθόδοξους Χριστιανούς που μιλούσαν αλβανικά και είχαν την αίσθηση ότι, ξεκινώντας από το Δελβινάκι, έμπαιναν σε μια άλλη χώρα. Τα ελληνικά δεν ομιλούνταν όπως στις πιο νότιες περιοχές, ενώ υπήρχαν και διαφορές στον τρόπο ζωής και τα έθιμα των κατοίκων του χωριού.

«Τα χωριά της Λιντζουρίας είναι Αλβανοί Χριστιανοί, ομοίως όλο το Ζαγόριο είναι Χριστιανοί Αλβανοί, ξεκινώντας από το Σεπερίν, το μεγαλύτερο από τα χωριά του. Η Ρίζα περιλαμβάνει τα χωριά Πέστανι, Κόδρα, Λέκλι, Λάμποβον, Χόρμοβο, Ερέντι και ούτω καθεξής, Αλβανοί Χριστιανοί, γενναίοι στους πολέμους.» (Αθανασίου Ψαλίδα (και Κοσμάς Θεσπρωτού), «Γεωγραφία της Αλβανίας και της Ηπείρου, από αδημοσίευτο χειρόγραφο του Κοσμά Θεσπρωτού, με τοπογραφικά σχέδια και γεωγραφικούς χάρτες του ίδιου», πρόλογοι και σημειώσεις του Αθαν. Χ. Παπαχαρίση, Ιωάννινα 1964, σελ. 65;)

Ο Χόμπχαους, ο οποίος το 1813 επισκέφθηκε το χωριό Κεστοράτ στη Λουντζερία, γράφει: «Σε αυτό το μέρος όλα ήταν διαφορετικά από ό,τι ήταν στα ελληνικά χωριά. Ήμασταν αποδέκτες ιδιαίτερης προσοχής και καλοσύνης από το άτομο που μας φιλοξένησε, αλλά δεν είδα τίποτα στο πρόσωπό του (αν και ήταν Χριστιανός) από το τρεμάμενο, μελαγχολικό, ντροπαλό βλέμμα των Ελλήνων χωρικών».

Το αγροτόσπιτό του ήταν άψογα σοβατισμένο και ασβεστωμένο, και είχε έναν στάβλο και μια μικρή αποθήκη στο ισόγειο, και δύο υπνοδωμάτια στον επάνω όροφο, σε ελαφρώς διαφορετικό στυλ από αυτό που είχαμε δει στην κάτω Αλβανία. Σίγουρα θα μπορούσε να περιγραφεί ως άνετο, και εδώ περάσαμε την καλύτερη νύχτα μας από τότε που ήρθαμε από τα Ιωάννινα.» (John Cam Hobhouse, «Ένα ταξίδι μέσω της Αλβανίας και άλλων επαρχιών της Τουρκίας στην Ευρώπη και την Ασία, στην Κωνσταντινούπολη, κατά τα έτη 1809 και 1810», James Cawthorn, Λονδίνο 1813)

Ο Αθανάσιος Ψαλίδας και ο Κοσμάς Θεσπρωτός, λοιπόν, στις αρχές του 19ου αιώνα θεωρούσαν το Λούντζι και το Ρρέζα ως αλβανικές περιοχές που κατοικούνταν από Αλβανούς Ορθόδοξους Χριστιανούς. Όπως καταγράφει και ο Gilles De Rapper στο βιβλίο του «Καλύτεροι από τους Μουσουλμάνους, όχι τόσο καλοί όσο οι Έλληνες». («Η Νέα Αλβανική Μετανάστευση», Sussex Academic Press, σελ. 173-194, 2005), αυτές οι δύο περιοχές κατοικούνται από α) Αλβανούς Χριστιανούς Ορθόδοξους – εκτός από το χωριό Erind όπου ζουν Μουσουλμάνοι – οι οποίοι αυτοαποκαλούνται Λούντζοι ή αυτόχθονες (autoktonë) ενώ άλλοι τους αποκαλούν χωρικούς (fshatarë), β) λίγους Αλβανούς Μουσουλμάνους που έχουν έρθει από το Λάντζι και τους οποίους οι ντόπιοι συνήθως αποκαλούν Μουσουλμάνους, και γ) μερικές βλάχικες οικογένειες που εγκαταστάθηκαν στην περιοχή από το κομμουνιστικό καθεστώς του Ενβέρ Χότζα, τους οποίους οι ντόπιοι αποκαλούν «të asa» (αυτοί που ήρθαν) ενώ οι ίδιοι συνήθως αυτοαποκαλούνται «çoban» (ποιμένες).

Από την άλλη πλευρά, οθωμανικές πηγές και αναφορές περιηγητών δείχνουν ότι στις αρχές του 19ου αιώνα, η κοιλάδα του Δρίνου, γνωστή και ως πεδιάδα της Δρόπολης, η οποία είναι μία από τις δύο περιοχές όπου κατοικεί σήμερα το μεγαλύτερο ποσοστό της ελληνικής μειονότητας, ανήκε σε μεγαλύτερη έκταση σε Αλβανούς.

«Η (ελληνική) αξίωση στη νότια Αλβανία (Ήπειρο) βασίζεται εξ ολοκλήρου στον ισχυρισμό ότι η πλειοψηφία του πληθυσμού είναι Έλληνες. Οι Έλληνες ανέρχονται σε 120.000 ως Έλληνες και 80.000 ως Αλβανοί. Αλλά ποιοι είναι οι «Έλληνες»; Τουλάχιστον τα 5/6 αυτών [περίπου το 80%] – αν όχι περισσότεροι – είναι Αλβανοί Χριστιανοί ορθόδοξης πίστης, αλβανικής καταγωγής και γλώσσας, οι οποίοι, επειδή αναγνωρίζουν το Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως, θεωρούνται Έλληνες με την έννοια ότι έχουν αφομοιωθεί από τον ελληνικό πολιτισμό». (“Ο δέκατος ένατος αιώνας και μετά τον XIX-XX μια μηνιαία επιθεώρηση”, που ιδρύθηκε από τον James Knowles, Τόμος LXXXVI, Ιούλιος-Δεκέμβριος 1919, σελίδα 645.)

Ο Βρετανός περιηγητής και συγγραφέας Έντμουντ Σπένσερ αναφέρει το ίδιο πράγμα στο βιβλίο του «Ταξίδια στην Ευρωπαϊκή Τουρκία, το 1850, μέσω Βοσνίας, Σερβίας, Βουλγαρίας, Μακεδονίας, Θράκης, Αλβανίας και Ηπείρου, με επίσκεψη στην Ελλάδα και τα Ιόνια Νησιά» (που εκδόθηκε στο Λονδίνο το 1851), στο μέρος του βιβλίου που ονομάζει «Ένα ταξίδι από την Οχρίδα στα Ιωάννινα», όπου θεωρεί ότι ένα μεγάλο μέρος των Ελλήνων και των ελληνόφωνων της νότιας Αλβανίας ήταν στην πραγματικότητα εξελληνισμένοι Αλβανοί, οι οποίοι επηρεάστηκαν – γλωσσικά και πολιτισμικά – από την Ελληνορθόδοξη Εκκλησία.

Η Εγκυκλοπαίδεια Britannica αναφέρει το ίδιο το 1910, ότι υπήρχε πληθυσμός Ελλήνων στην Ήπειρο, αλλά που δεν ήταν γνήσιοι Έλληνες (υπονοώντας ότι επρόκειτο για πληθυσμό που είχε αφομοιωθεί από τους Έλληνες και τώρα ήταν ελληνόφωνοι): «Υπάρχει ένας σημαντικός πληθυσμός ελληνόφωνων στην Ήπειρο, οι οποίοι, ωστόσο, πρέπει να διακριθούν από τους γνήσιους Έλληνες των Ιωαννίνων, της Πρέβεζας και των νοτιότερων περιοχών. Αυτοί μπορούν να εκτιμηθούν σε περίπου 100.000». (Εγκυκλοπαίδεια Britannica, ενότητα για την Αλβανία, 1910, σελ. 483)

Ο Βαρώνος Τζον Καμ Χόμπχαους Μπρόουτον, αναφερόμενος όχι μόνο στην Ήπειρο, μας μιλάει για τους «Έλληνες» που είναι Αλβανοί, Βλάχοι ή Βούλγαροι στην καταγωγή, οι οποίοι στην πραγματικότητα δεν είναι ελληνικής καταγωγής αλλά μέλη της Ελληνορθόδοξης Εκκλησίας και για αυτόν τον λόγο συνήθως αποκαλούνται και «Έλληνες» ή «Ρωμαίοι» (Ρωμαίοι):

«Ένα μεγάλο ποσοστό όσων περιλαμβάνονται στον όρο «Ρωμαίοι» ή Χριστιανοί της Ελληνορθόδοξης Εκκλησίας… είναι σίγουρα μικτής καταγωγής… Αυτοί είναι οι Αλβανοί, οι Μανιάτες, οι Μακεδόνες, οι Βούλγαροι και οι Βλάχοι Έλληνες… Αν εξετάσουμε τους Έλληνες ως σύνολο, δεν μπορούν, ωστόσο, να αναφερθούν σαφώς ως ξεχωριστός λαός, αλλά μάλλον ως θρησκευτική ομάδα που αντιτίθεται στην καθιερωμένη τάξη της εκκλησίας της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας…» (John Cam Hobhouse, A Journey Through Albania and Other Provinces of Turkey in Europe and Asia to Constantinople, during the years 1809 and 1810, (James Cawthorn, London 1813), Τόμος II, σελ. 58)

«Τελικά, μια συνθήκη στην Κωνσταντινούπολη τον Ιούλιο του 1881, με την οποία η οριοθέτηση ενός (συνοριακού) ορίου λιγότερο ευνοϊκού για την Ελλάδα ανατέθηκε σε μια διεθνή επιτροπή… Η Ελλάδα δεν εγκατέλειψε την πρόθεσή της να εισβάλει στη νότια Αλβανία μέχρις ότου οι Μεγάλες Δυνάμεις προέβησαν σε ναυτική διαμαρτυρία και αποκλεισμό των ακτών της… Από τότε και στο εξής, η Ελλάδα έκανε κάθε δυνατό βήμα για να αποσπάσει τη νότια Αλβανία από την Τουρκία μέσω σταδιακής διείσδυσης και εξελληνισμού του πληθυσμού.» (Stavro Skendi, The Albanian national awakening, 1878-1912, Princeton, NJ: Princeton University Press, 1967, σ. 57)

Ας δούμε την απογραφή πληθυσμού που διεξήγαγε το Β’ Γραφείο του Ελληνικού Γενικού Επιτελείου το 1913 και δημοσιεύτηκε το 1919. Ενώ ο πληθυσμός της νότιας Αλβανίας (Βόρειας Ηπείρου) κατηγοριοποιείται σε Έλληνες και Αλβανούς, διαπιστώνεται ότι όλα τα χριστιανικά χωριά έχουν χαρακτηριστεί ως ελληνικά, ανεξάρτητα από το αν οι κάτοικοί τους είναι Έλληνες ή Αλβανοί, ανεξάρτητα από το αν η μητρική τους γλώσσα είναι η ελληνική ή η αλβανική.

Αξίζει να σημειωθεί εδώ ότι η διεθνής επιτροπή ορίων που συστάθηκε το 1913 για να εξετάσει την οριοθέτηση των συνόρων μεταξύ Αλβανίας και Ελλάδας έπρεπε να αντιμετωπίσει αστεία κόλπα που είχαν επινοήσει οι Έλληνες (προσπαθώντας να δείξουν ότι διάφορες περιοχές της Αλβανίας κατοικούνταν από Έλληνες), όπως αυτά που αφηγείται ο Λοχαγός Λέβεσον Γκάουερ: «Η επιτροπή φτάνει σε ένα χωριό το βράδυ… ακούγεται το χτύπημα μιας καμπάνας… οι Έλληνες έχουν ανεγείρει ένα αυτοσχέδιο καμπαναριό πάνω σε ένα δέντρο…» (Έντιθ Ντάραμ, «Το Βάρος των Βαλκανίων», Λονδίνο 1905)

Εφόσον αναφέρθηκα στις προσπάθειες εξελληνισμού των Χριστιανών Αλβανών της Ηπείρου και της νότιας Αλβανίας, ας δούμε δύο μαρτυρίες. Ας δούμε τη μαρτυρία του Εκρέμ Μπέη Βλόρα, ο οποίος επισκέφθηκε το Μπεράτ το 1908:

«Παράλληλα με την επίσκεψή μου στο τουρκικό σχολείο ινταντίγιε, επισκέφτηκα και το κύριο ελληνικό σχολείο. Αυτό μου έδωσε την ευκαιρία να ελέγξω τις προσπάθειες των σημερινών Ελλήνων να εκπολιτίσουν τους αγροτικούς και βάρβαρους Αλβανούς. Ξεναγός μου ήταν ο Έλληνας Πρόξενος. Το σχολείο στεγάζεται σε ένα μεγάλο, μάλλον ετοιμόρροπο σπίτι στη γειτονιά Μάνγκαλεμ. Είναι αντίστοιχο ενός εξατάξιου λυκείου.»

Επιπλέον, το Μπεράτ διαθέτει οκτώ δημοτικά ελληνικά σχολεία – τέσσερα για αγόρια και τέσσερα για κορίτσια. Το γυμνάσιο λειτουργεί εδώ και περισσότερα από τριάντα χρόνια και είναι το πρώτο ίδρυμα του είδους του που χτίστηκε στο σαντζάκι του Μπεράτ. Εβδομήντα έως ογδόντα αγόρια διδάσκονται εδώ χωρίς δίδακτρα, με τα έξοδα να καλύπτονται από τον Σύνδεσμο για τη Διάδοση της Ελληνικής Γλώσσας στην Αθήνα.

Οι δάσκαλοι διορίζονται κυρίως από τον μητροπολίτη και πληρώνονται από την Αθήνα. Η εκκλησία έχει επιβάλει έναν μικρό φόρο στον πληθυσμό, ύψους δέκα πιάστρων (δύο κορώνες) ετησίως, ο οποίος εισπράττεται από τους σουμπάσι, συχνά μόνο από τους πλουσιότερους. Προορίζεται για την πληρωμή των μισθών των ιερέων, αλλά το μεγαλύτερο μέρος καταλήγει στο ταμείο του ελληνικού σχολικού συλλόγου στην Αθήνα.

Πρέπει να πω ότι η διδασκαλία σε αυτό το σχολείο και στα άλλα κρατικά ελληνικά σχολεία είναι καλύτερη από κάθε άποψη σχεδόν από αυτή στο τουρκικό σχολείο. Οι Έλληνες εργάστηκαν αφοσιωμένα και επιμελώς εδώ και δεκαετίες, επιδιώκοντας σταθερούς στόχους, με σκοπό την αφομοίωση του πληθυσμού. Όποιος δεν έχει πειστεί από την ερμηνεία μου για τις προθέσεις και τα αποτελέσματα αυτού του «εκπολιτιστικού και σχολικού» έργου, ας έρθει στο Μπεράτ το απόγευμα, όταν τα παιδιά -όλοι Αλβανοί- φεύγουν από το σχολείο, τραγουδώντας τον ελληνικό εθνικό ύμνο.» (Ekrem bey Vlora, Aus Berat und vom Tomor: Tagebuchblätter, (Σαράγεβο: Daniel A. Kajon, 1911), σελ. 24-54 – Μετάφραση από τα γερμανικά από τον Robert Elsie.)

Ο Δανός αρχαιολόγος Peter Oluf Brønstedt, ο οποίος επισκέφθηκε την Πρέβεζα στις 12 Δεκεμβρίου 1812, είπε ότι:

«Κάθε Χριστιανός Αλβανός που έχει λάβει οποιαδήποτε μορφή εκπαίδευσης κατανοεί τα νέα ελληνικά, συχνά καλύτερα από τη μητρική του γλώσσα. Όλη η φιλολογική εκπαίδευση, σε θρησκευτικά και άλλα σχολεία, πραγματοποιείται στα νέα ελληνικά, εκτός από μερικές φυλές, οι οποίες για μερικούς αιώνες έχουν ασπαστεί το Ισλάμ…» (Peter Oluf Brønstedt, Συνέντευξη με τον Ali Pacha των Ιωαννίνων, το φθινόπωρο του 1812· με Μερικά Στοιχεία της Ηπείρου και τους Αλβανούς της σημερινής εποχής, (Επιμέλεια με εισαγωγή από τον Jacob Isager), Αθήνα: Το Δανικό Ινστιτούτο στην Αθήνα 1999, σελ. 34-77)

«…Οι Ορθόδοξοι Χριστιανοί στον αλβανικό νότο, οι οποίοι, μέσω της ελληνικής παιδείας και της επιρροής της Ορθόδοξης Εκκλησίας, είχαν αποκτήσει ελληνική συνείδηση ​​και πολλοί από αυτούς έγιναν πρωτοπόροι στην ενίσχυση του ελληνικού πολιτισμού και ωφέλησαν επίσης το ελληνικό κράτος με διάφορους τρόπους.

Η επιρροή του Ελληνισμού στους Αλβανούς Ορθόδοξους ήταν τέτοια που, όταν αναπτύχθηκε η αλβανική εθνική ιδέα, τις τρεις τελευταίες δεκαετίες του 19ου αιώνα, ήταν πολύ μπερδεμένοι ως προς την εθνική τους ταυτότητα. Συνεπώς, παρατηρούμε το φαινόμενο πρωταγωνιστών των δύο εθνικών κινημάτων να προέρχονται από το ίδιο χωριό. Για παράδειγμα, το χωριό Κεστοράτ στο Αργυρόκαστρο ήταν η γενέτειρα του γνωστού ευεργέτη Κριστάκ Ζωγράφι (1820-1896) και του γιου του Γεωργίου, Υπουργού Εξωτερικών της Ελλάδας, ηγετικής φυσιογνωμίας του ελληνικού εθνικού κινήματος και του πρώτου γενικού κυβερνήτη της Ηπείρου μετά την απελευθέρωσή της το 1913.

Το ίδιο χωριό ήταν επίσης η γενέτειρα της ηγετικής φυσιογνωμίας του αλβανικού εθνικού κινήματος, Παντελή Σωτήρη, η οποία ήταν μαθήτρια του Έλληνα δασκάλου Κότο Χότζι. Ο Χότζι δίδασκε κρυφά την αλβανική γλώσσα στους μαθητές του, γι’ αυτό και συγκρούστηκε με το ελληνικό προξενείο στα Ιωάννινα, όπου μάλιστα είχε υποβάλει ένα ατυχές αίτημα για την ίδρυση αλβανικού σχολείου.

Αφορίστηκε στην πραγματικότητα από τον Επίσκοπο Αργυροκάστρου. Επιπλέον, εκτός από τον Σωτήρη, η σχολή Κεστοράτ ανέδειξε έναν ακόμη σημαντικό εκπρόσωπο του αλβανικού εθνικού κινήματος, τον Πέτρο Νίνι Λουαράσι… Πιστεύω ότι θα μπορούσε κανείς να φανταστεί, έχοντας κατά νου τις αναλογίες, πώς αυτοί οι νεαροί Αλβανοί θα μπορούσαν να βρίσκονταν τον 19ο αιώνα στα χωριά τους, φοιτώντας σε ελληνικά σχολεία αρχικά στα χωριά τους και αργότερα στη Ζωσιμαία Σχολή στα Ιωάννινα, και επηρεασμένοι έτσι από τον ελληνικό πολιτισμό, γεγονός που, σε συνδυασμό με την χριστιανική ορθόδοξη πολιτιστική παράδοση με την οποία μεγάλωσαν στην πατρίδα τους, τους οδήγησε στον εξελληνισμό…” (Βασίλης Νιτσιάκος, Στα Σύνορα: Διασυνοριακή Κινητικότητα, Εθνοτικές Ομάδες και Σύνορα στα Αλβανο-ελληνικά σύνορα, LIT Verlag Münster, Βερολίνο 2010, σελ. 153-154)
Ας δούμε τώρα ένα παράδειγμα εξελληνισμού της Ηπείρου (και όχι μόνο) και των Αλβανών, από τη Λούντζερια, αυτή τη φορά μέσω της εκκλησίας.

«Είναι επίσης πολύ γνωστό ότι σε αυτό το μέρος των Βαλκανίων, και κατά την οθωμανική εποχή, τα εθνωνύμια «Έλληνας» και «Χριστιανός Ορθόδοξος» ήταν σχεδόν συνώνυμα, έτσι ώστε ήταν δύσκολο να είσαι Χριστιανός και να πεις ότι δεν είσαι Έλληνας. Το Λούντζιρι είναι η επιτομή αυτής της ασάφειας ή της αντίθεσης.»

Στις αρχές του 19ου αιώνα και αργότερα, Βρετανοί, Γάλλοι και Αυστριακοί ταξιδιώτες που επισκέφτηκαν το Λούντζιρι, οι περισσότεροι από τους οποίους ερχόντουσαν μέσω Ιωαννίνων, περιέγραφαν τους Λούντζιρι ως Ορθόδοξους Χριστιανούς που μιλούσαν αλβανικά και είχαν την αίσθηση ότι, ξεκινώντας από το Δελβινάκι, εισέρχονταν σε μια άλλη χώρα, παρόλο που τα πολιτικά σύνορα δεν υπήρχαν εκείνη την εποχή.

Δεν μιλούσαν ελληνικά, όπως μιλούσαν νοτιότερα, υπήρξε μια αλλαγή στον τρόπο ζωής και τα έθιμα των χωρικών… Τα ελληνικά, ωστόσο, χρησιμοποιούνταν στις εκκλησιαστικές λειτουργίες σε όλο το Λούντζερι, και οι ηλικιωμένες γυναίκες από το χωριό Κέλλεζ έλεγαν ότι «εμείς οι γυναίκες δεν καταλαβαίναμε τι έλεγε ο ιερέας».

Λέγεται επίσης ότι οι νεαροί άνδρες που έφυγαν από το Λούντζιρε στο δρόμο του κουρμπέτι (εξορίας) προς την Κωνσταντινούπολη, μιλούσαν μόνο αλβανικά και έμαθαν ελληνικά και τουρκικά στην Κωνσταντινούπολη. (Gilles De Rapper, Καλύτεροι από τους Μουσουλμάνους, όχι τόσο καλοί όσο οι Έλληνες: Η μετανάστευση όπως βιώθηκε και φαντάστηκε από τους Αλβανούς Χριστιανούς του Λούντζιρε, Sussex Academic Press, 2005, σ. 10-11)

Αυτή ήταν η σφιχτή αγκαλιά από την Ελληνορθόδοξη Εκκλησία.

Αξίζει να αναφερθεί ότι όταν στη Βοστώνη των ΗΠΑ, ένας Ορθόδοξος Χριστιανός Αλβανός, ο Κριστάκ Ντίσνιτσα, μέλος της αλβανικής κοινότητας του Χάντσον της Μασαχουσέτης, πέθανε από σοβαρή γρίπη, ένας Ελληνορθόδοξος ιερέας εκεί αρνήθηκε να ψάλλει την νεκρώσιμη ακολουθία. Ο λόγος ήταν ότι ο Ντίσνιτσα ήταν μεταξύ εκείνων που απαίτησαν να τελούνται οι εκκλησιαστικές λειτουργίες για τους Χριστιανούς Αλβανούς στην αλβανική γλώσσα. (Constance J. Tarasar, Orthodox America, 1794-1976: development of the Orthodox Church in America, Bavarian State Library, (1975), σ. 309)

Τότε ο Φαν Νόλι και μια ομάδα Αλβανών πατριωτών δημιούργησαν την ανεξάρτητη Ορθόδοξη Εκκλησία της Αλβανίας στη Νέα Αγγλία. Ο Νόλι, γεννημένος στα αλβανικά χωριά της Ανατολικής Θράκης και πρώτος ιερέας αυτής της εκκλησίας, συγγραφέας, ποιητής, ιστορικός, μουσικολόγος, συνθέτης, άριστος μεταφραστής κλασικών έργων (Σαίξπηρ, Ομάρ Καγιάμ κ.λπ.), μια προσωπικότητα με παγκόσμια αναγνώριση, το έργο της οποίας προσέλκυσε τον θαυμασμό των Μπέρναρντ Σω, Τόμας Μαν, Σιμπέλιους και άλλων, γνώστης δέκα γλωσσών, χειροτονήθηκε ιερέας το 1908 από τον Ρώσο Ορθόδοξο επίσκοπο Αλάσκας στις ΗΠΑ.

Έτσι, η πρώτη ορθόδοξη λειτουργία στην αλβανική γλώσσα πραγματοποιήθηκε στη Βοστώνη στις 22 Μαρτίου 1908. Το 1921-22, μέσω μιας κληρικολαϊκής διάσκεψης, ο Νόλι ανακήρυξε την Αλβανική Ορθόδοξη Εκκλησία αυτοκέφαλη και τοποθετήθηκε επικεφαλής της το 1923 ως Μητροπολίτης Δυρραχίου. (Stavro Skendi, The Albanian National Awakening 1878-1912, Princeton 1967, σελ. 162-163)

Πρέπει να σημειωθεί ότι το πατριαρχείο καθαίρεσε τους συμπρωταγωνιστές της ανεξαρτησίας της Ορθόδοξης Εκκλησίας της Αλβανίας, τον Μητροπολίτη Βελιγραδίου (Μπεράτ) Βησσαρίωνα Τζιοβάνι και τον Ιερέα Ατ Βασίλη Μάρκου, τους οποίους αργότερα επανέφερε. Ωστόσο, ακόμη και μετά το 1990 και ενώ υπήρχαν αξιόλογοι Αλβανοί Ορθόδοξοι ιερείς στην Αμερική, ο αρχικά έξαρχος του Πατριαρχείου και στη συνέχεια Αρχιεπίσκοπος της Ορθόδοξης Εκκλησίας της Αλβανίας, Αναστάσιος, διόρισε Έλληνες επισκόπους και ιερείς, προκαλώντας αντιδράσεις. Ταυτόχρονα, η πολύ μικρότερη Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία της Αλβανίας είχε αρχικά έναν Ινδό νούντσιο και από το 1992-93 έναν Αλβανό προκαθήμενο από τη Μίρντιτα (περιοχή της βόρειας Αλβανίας που κατοικείται από Καθολικούς Χριστιανούς) και 4 Αλβανούς ή Αλβανικής καταγωγής επισκόπους, ακόμη και για τη μικρή Ουνιτική επισκοπή του Νότου (που δημιουργήθηκε το 1660 όταν ο Ορθόδοξος επίσκοπος προσχώρησε στην Ουνιτική, ενώ πάνω από 3.000 πιστοί παραμένουν μέχρι σήμερα). Μετά το 1998, Αλβανοί επίσκοποι διορίστηκαν τελικά στην Αλβανική Ορθόδοξη Εκκλησία.

Σχετικά με τους Αλβανούς μετανάστες στις ΗΠΑ που είχαν ενταχθεί στο αλβανικό εθνικό κίνημα, ο πρόξενος του Μοναστηρίου υποστήριξε το 1909: «Η Αμερική θα πρέπει επίσης να τραβήξει την προσοχή μας, όπου ο αλβανισμός των Ορθοδόξων δυστυχώς έχει σημειώσει μεγάλη πρόοδο…» (AYE, 1909, I’, αρ. 517, Προξενείο Μοναστηρίου προς Υπουργείο Εξωτερικών, Μοναστήρι, 25 Ιουνίου 1909)

Συνεπώς, ο αλβανισμός προχώρησε δυστυχώς σύμφωνα με τον Έλληνα πρόξενο, ακριβώς επειδή ο στόχος της Ελλάδας ήταν η αφομοίωση και ο εξελληνισμός κάθε Ορθόδοξου Χριστιανού, ανεξάρτητα από την πραγματική του καταγωγή. Οι Ορθόδοξοι ιερείς υποστήριξαν με τον δικό τους τρόπο, όπως είδαμε, τις επιδιώξεις της ελληνικής κυβέρνησης και ήταν αντίθετοι στην ίδρυση αλβανικών σχολείων και στην εισαγωγή της αλβανικής γλώσσας στις θρησκευτικές λειτουργίες της εκκλησίας.

Ήδη από το 1892, ο Μητροπολίτης Καστοριάς Φιλάρετος, απευθυνόμενος σε τμήματα του πληθυσμού της πνευματικής του περιοχής, κάλεσε τους πιστούς να αντιταχθούν στην προσπάθεια ίδρυσης αλβανικών σχολείων, η οποία βρισκόταν τότε σε εξέλιξη, φτάνοντας στο σημείο να ισχυριστεί ότι η αλβανική γλώσσα ουσιαστικά δεν υπήρχε. (Stavro Skendi, The Albanian National Awakening 1878-1912, Princeton 1967, σελ. 137-138.)

Αξίζει να αναφερθεί εδώ ότι η Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία επέτρεψε στους Άρμπερες της Καλαβρίας να χρησιμοποιούν την αλβανική γλώσσα κατά τη διάρκεια της λειτουργίας τους και των εκκλησιαστικών λειτουργιών στην ορθόδοξη λειτουργία.

Ας δούμε τι είχαν πει και γράψει μερικοί Έλληνες και ας κρίνουμε την προπαγάνδα τους.

«… Ο Ελληνισμός, άρρηκτα συνδεδεμένος με τον Χριστιανισμό, εκπροσωπείται στην Ήπειρο από τους αλβανόφωνους και 77.103 βλαχόφωνους Χριστιανούς…» (Χρ. Χριστοβασίλης, «Η Ήπειρος γεωγραφικά και εθνολογικά από αρχαιοτάτων χρόνων έως σήμερα», Ελληνισμός, τόμος 8 (1905), σελ. 497-502.)

Στην πραγματικότητα, σύμφωνα με αυτούς, ο Ελληνισμός εκπροσωπείται από Αλβανόφωνους και Βλαχόφωνους Χριστιανούς. Άρα, σύμφωνα με αυτούς, δεν υπήρχαν Αλβανοί, υπήρχαν μόνο Αλβανόφωνοι και Βλαχόφωνοι Έλληνες. Συνεχίζουμε.

«…αν οι εξόριστοι Αλβανοί της Ηπείρου είχαν διατηρήσει την προγονική τους θρησκεία μέχρι σήμερα, ο Ελληνισμός στην Ήπειρο δεν θα είχε αντίπαλο σήμερα, εκτός από την κυρίαρχη Αρχή» (Χ. Χριστοβασίλης, «Η Ήπειρος γεωγραφικά και εθνολογικά από τα αρχαία χρόνια μέχρι σήμερα», Ελληνισμός, τόμος 8 (1905), σελ. 205-208.)

Τι θέλει να μας πει εδώ ο «ποιητής»; Θέλει να πει ότι αν οι Αλβανοί δεν είχαν γίνει Μουσουλμάνοι και είχαν παραμείνει όλοι Ορθόδοξοι Χριστιανοί, θα ήταν πιο εύκολο να εξελληνιστούν, αφού το μόνο εμπόδιο δεν θα ήταν η θρησκεία (το Ισλάμ), αλλά μόνο η οθωμανική κυριαρχία (η κυρίαρχη εξουσία). Συνεχίζουμε.

«Οι Ορθόδοξοι Αλβανοί ήταν πάντα και θα είναι Έλληνες». (Παύλος Καρολίδης, «Αλβανία και Αλβανοί», Ελληνισμός, τόμος 5 (1899), σελ. 635-637.)

Εδώ ο συγγραφέας γίνεται πιο αποκαλυπτικός. Πιστεύει ότι οι Ορθόδοξοι Αλβανοί ήταν και θα είναι Έλληνες, άρα με αυτόν τον τρόπο εννοεί ότι η Ελλάδα είχε το δικαίωμα να κατέχει τα εδάφη της Ηπείρου (βόρεια και νότια). Ωστόσο, οι Ορθόδοξοι Αλβανοί είναι αυτό που λέει το όνομά τους, είναι Αλβανοί.

«Οι Ορθόδοξοι Αλβανοί είναι Έλληνες, ούτε περισσότερο ούτε λιγότερο. Ομοίως, οι Τουρκαλβανοί είναι Τούρκοι.» (Παύλος Καρολίδης, «Οι Έλληνες Αλβανοί στην Κάτω Ιταλία και Σικελία», Ελληνισμός, τόμος 7 (1904), σελ. 176-183.)

Σίγουρα, οι Χριστιανοί Ορθόδοξοι Αλβανοί δεν είναι Έλληνες αλλά Αλβανοί, όπως ακριβώς οι Μουσουλμάνοι Αλβανοί δεν είναι Τούρκοι αλλά Αλβανοί. Σίγουρα, με την πάροδο των ετών, πολλοί Χριστιανοί Ορθόδοξοι Αλβανοί εξελληνίστηκαν και πολλοί Μουσουλμάνοι Αλβανοί εκτουρκίστηκαν. «Τούρκοι Αλβανοί» αποκαλούνταν από τους Χριστιανούς οι Μουσουλμάνοι Αλβανοί, αλλά αυτό είναι λάθος. Εκείνα τα χρόνια, όποιος ασπαζόταν το Ισλάμ λέγεται ότι εκτουρκιζόταν. Σίγουρα, αυτή είναι μια λανθασμένη αντίληψη, καθώς όποιος αλλάζει θρησκεία δεν σημαίνει ότι αλλάζει και καταγωγή. Ο παραπάνω συγγραφέας προφανώς το γνωρίζει αυτό, αλλά χρησιμοποιεί τις διάφορες λέξεις με τέτοιο τρόπο ώστε να προβάλλει αυτό που θέλει. Ο συγγραφέας θέλει να πει ότι οι Ορθόδοξοι Αλβανοί είναι Έλληνες, άρα έχουμε το δικαίωμα να προσαρτήσουμε τα εδάφη τους στην επικράτειά μας.

«… Αλβανική εθνότητα δεν υπάρχει στην Ιστορία, επειδή δεν δημιουργήθηκε σε αυτήν, αλλά υπάρχει αλβανική φυλή, διαιρεμένη σε δύο μεγάλες εθνότητες, την τουρκική και την ελληνική…» (Παύλος Καρολίδης, «Οι Ελληνοαλβανοί στην Κάτω Ιταλία και Σικελία», Ελληνισμός, τόμος 7 (1904), σελ. 176-183.)

Οι Αλβανοί ανήκουν σε μία εθνότητα, την Αλβανική. Κατά τα άλλα, η απάντηση σε αυτό το απόσπασμα είναι η ίδια με την παραπάνω. Ο σκοπός και οι προθέσεις του συγγραφέα είναι προφανείς.

Ας δούμε τι είπε ο Έλληνας πρόξενος της Αυλώνας το 1901: «Αλλά μη αρκούμενη στις ενέργειές της εναντίον των Μουσουλμάνων Αλβανών, η Αυστρία προσπαθεί να ενσταλάξει διχόνοια και διχόνοια στους δικούς μας συμπατριώτες, χωρίζοντάς τους σε τρεις κατηγορίες, τους ελληνόφωνους, τους βλαχόφωνους και τους αλβανόφωνους, σπέρνοντας και υποθάλποντας έτσι μίσος και έχθρα, ώστε με αυτόν τον τρόπο να προσελκύσει τις δύο τελευταίες κατηγορίες…» (AYE, 1901, aak, αρ. 127, Προξενείο Αυλώνας προς Γενικό Προξενείο Ιωαννίνων, Αυλώνα, 30 Ιουνίου 1901)
Στην πραγματικότητα, οι Χριστιανοί Ορθόδοξοι είναι ομοεθνείς των Ελλήνων σύμφωνα με τον Έλληνα πρόξενο. Ωστόσο, η διαίρεσή τους σε Έλληνες, Βλάχους και Αλβανούς είναι μια πραγματικότητα. Τώρα, όπως είπαμε, πράγματι το «να γίνεις μουσουλμάνος» ήταν κάποτε (λανθασμένα) συνώνυμο με το «να γίνεις Τούρκος», όπως ακριβώς το «Έλληνας» (και το «Έλληνας» και το «Ρωμαίος») ήταν συνώνυμο με τους Χριστιανούς Ορθόδοξους. Εδώ, ωστόσο, είναι προφανές ότι ο Έλληνας πρόξενος δεν χρησιμοποιεί στην επιστολή του τον όρο Έλληνας με την έννοια του Χριστιανού, αλλά εννοεί ότι οι Αλβανοί και οι Βλάχοι είναι ελληνικής καταγωγής. Αυτό ή κάτι παρόμοιο εννοεί ο Πρόξενος, θέλοντας έτσι να δείξει ότι οι Έλληνες είχαν το δικαίωμα να προσαρτήσουν τα αλβανικά εδάφη. Φυσικά, όπως η Αυστρία έκανε προπαγάνδα για τους δικούς της σκοπούς, έτσι και η Ελλάδα έκανε – και εξακολουθεί να κάνει – προπαγάνδα, αλλά αυτό δεν είναι που λέει ο Έλληνας Πρόξενος.

Ας δούμε επίσης την αναφορά του Προξένου του Αργυροκάστρου, Π. Καρύτσινου, προς την Πρεσβεία της Κωνσταντινούπολης, σχετικά με την οθωμανική απογραφή στο σαντζάκι του Αργυροκάστρου. Οι οθωμανικές αρχές απάλλαξαν κάποιον Αναγνώστη Μουζίνα από τα καθήκοντά του ως απογραφέα, επειδή επέμενε οι Αλβανοί Χριστιανοί Ορθόδοξοι κάτοικοι ενός χωριού να καταγράφονται απλώς ως Χριστιανοί, που ανήκουν στο Οικουμενικό Πατριαρχείο της Κωνσταντινούπολης, και όχι ως Αλβανοί Χριστιανοί. Με άλλα λόγια, ο Μουζίνας ήθελε να μην καταγραφεί η καταγωγή των κατοίκων του χωριού. Ο Έλληνας πρόξενος, υπηρετώντας την πολιτική της κυβέρνησής του (η οποία είχε ως στόχο την αφομοίωση και τον εξελληνισμό των Αλβανών Ορθοδόξων), επικρίνει την πράξη των οθωμανικών αρχών να απαλλάξουν τον Μουζίνα. Σύμφωνα με τον Πρόξενο:

«…ο Αναγνώστης Μούζιν, αντικαταστάθηκε από έναν άλλο, επειδή, κατά τις πρώτες ημέρες της απογραφής, επέμενε να καταγράφονται οι κάτοικοι του αλβανόφωνου χωριού Μούζιν, του καζά Δελβίνου, σύμφωνα με την ταυτοποίησή τους, «Ρουμ – Πατριαρχικός» και όχι «Ρουμ – Αρναούτος – Πατριαρχικός»» και από κάτω ο Έλληνας Πρόξενος αναφέρει «ολόκληρο το χριστιανικό στοιχείο του Σαντζάκ του Αργυροκάστρου είναι και παραμένει ενιαίο και αδιαίρετο, αποτελούν μία και μόνο εθνότητα, την ελληνική». (AYE, 1905, τεύχος 15, αρ. 129, Προξενείο Αργυροκάστρου προς Πρεσβεία Κωνσταντινουπόλεως, Αργυρόκαστρο, 15 Δεκεμβρίου 1905)

← Back

Thank you for your response. ✨

© All publications and posts on Balkanacademia.com are copyrighted. Author: Petrit Latifi. You may share and use the information on this blog as long as you credit “Balkan Academia” and “Petrit Latifi” and add a link to the blog.